Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Σταμάτα τώρα


Η επιστροφή στο σπίτι μετά τη δουλειά ήταν πάντα μια ευχάριστη βόλτα για το Νίκο. Αν και η απόσταση δουλειάς-σπίτι είναι σχεδόν ένα χιλιόμετρο, σπανίως χρησιμοποιούσε το αμάξι. Και σήμερα το ίδιο. Το ότι ήξερε ότι θα γυρίσει βραδάκι, απλά τον ενθουσίαζε πιο πολύ. και στα 55 του χρόνια, αυτός ο περίπατος του έκανε καλό και στην υγεία του. Καθώς πλησίαζε σπίτι του, παρατήρησε έναν καλοντυμένο νέο, με σκούρο κουστούμι, μάλλον μαύρο, να στέκεται σχεδόν μπροστά στο σπίτι του και να κοιτάει τον ουρανό. Παραξενεμένος, προχώρησε. «Δεν είναι υπέροχη η απεραντοσύνη του ουρανού;», είπε ο νέος και ο Νίκος κοίταξε προς τον ουρανό. Ένας οξύς πόνος στο σβέρκο ήταν το τελευταίο που ένιωσε πριν κλείσει τα μάτια του και χάσει τις αισθήσεις του.

Όταν συνήλθε, ένιωσε άβολα. Πάντα είχε πρόβλημα σχετικά με τον περιορισμό των κινήσεών του. Η τρέχουσα κατάστασή του δεν τον βοηθούσε. Δεμένος σε μια μεταλλική καρέκλα. Φαινόταν να είναι κολλημένη στο πάτωμα, ή ήταν πολύ βαριά. Οι χειροπέδες κρατούν σφιχτά δεμένους τους καρπούς του πίσω στην πλάτη του. Ένα σκοινί τυλιγμένο σφιχτά γύρω από το σώμα του τον πιέζει στο στήθος. Νιώθει την αναπνοή του με δυσκολία. Ένα άλλο σκοινί έχει δεμένα τα πόδια του στην καρέκλα. Μια μυρωδιά υγρασίας υπάρχει γύρω. Η έλλειψη παραθύρων δείχνει ότι είναι υπόγειο. 

Μόνο το κεφάλι του μπορεί να κουνήσει, και να δει γύρω του. Το δωμάτιο είναι σχετικά μεγάλο και αρκετά σκοτεινό. Ένα λιτό φωτιστικό δαπέδου είναι στην εμπρός δεξιά γωνία του δωματίου όπως κάθεται. Πιο δεξιά στον τοίχο, είναι μια πόρτα. Άλλη μια καρέκλα, είναι στην πίσω δεξιά γωνία. Η αριστερή πλευρά του προκαλεί ένα παράξενο τρόμο. Υπάρχει ένα τραπέζι, με δύο καρέκλες. Πάνω στο τραπέζι είναι μια κλειστή σκούρα βαλίτσα από σκληρό πλαστικό. Μπροστά στο τραπέζι, ένα μπαούλο ταξιδιού. Είναι τόσο παράξενη η εικόνα της βαλίτσας και του μπαούλου, που τρομάζει. Έχει ξαναδεί τέτοιο, αλλά τι δουλειά έχει εδώ; Τι δουλειά έχει ο ίδιος εδώ;

Η πόρτα δεξιά άνοιξε και από ένα σκοτεινό χώρο μπήκε ο νέος, με το μαύρο κουστούμι, που είχε δει έξω από το σπίτι του.Προσπάθησε να διακρίνει κάτι από εκεί που μπήκε, αλλά ήταν πολύ σκοτεινά. Έκλεισε την πόρτα ήσυχα και προχώρησε προς την αριστερή πλευρά του δωματίου και του μίλησε.
«Είμαι εδώ για ένα λόγο. Για να μου πεις αυτά που θέλουν να μάθουν οι φίλοι μας.» είπε με μια σχεδόν γλυκιά και βαθιά φωνή.
«Μα δεν ξέρω τι θέλετε.»
«Αλλιώς μου τα είπανε. Και θα το δούμε.»
«Σε παρακαλώ λυπήσουμε…»
«Να σε ενημερώσω ότι μου αρέσει η δουλειά μου. Να συστηθώ κιόλας. Με αποκαλούν Εξομολογητή. Όπως ενημερώθηκα, εσύ είσαι ο Νίκος. Είμαι σίγουρος ότι δεν χαίρεσαι.»
«Σε παρακαλώ…»
«Επιπλέον, να σου πω ότι είμαστε σε ένα ωραίο υπόγειο, και δεν πρόκειται να μας ενοχλήσει κανείς. Ούτε και να ενοχλήσουμε κανένα.»
Ο Εξομολογητής προχώρησε προς το τραπέζι, βγάζοντας το σακάκι του. Άνοιξε το μπαούλο ταξιδιού. Πήρε μια κρεμάστρα από την βαλίτσα, έβαλε το σακάκι του και την κρέμασε στη μια καρέκλα. Έβγαλε και φόρεσε ένα ζευγάρι γαλάζια γάντια. Γαλάζια ιατρικά γάντια. Σήκωσε τα μανίκια του πουκαμίσου του μέχρι τους αγκώνες.
«Θα πρέπει να σου διευκρινίσω, ότι εγώ ακούω τι λένε τα μάτια σου, και όχι το στόμα σου.»
Άνοιξε την βαλίτσα πάνω στο τραπέζι. Πήρε ένα γυαλιστερό αντικείμενο, και προχώρησε προς τον Νίκο.

...Μισή ώρα μετά.

«Η Ειρήνη...το σχεδίασε...Εγώ ακολούθησα....» ψέλισε ο Νίκος.
«Τώρα μπορείς να σταματήσεις να μιλάς.»
Ο Εξομολογητής έβγαλε τα γάντια του και προχώρησε προς το τραπέζι. Πίσω του, το σώμα του Νίκου στεκόταν μόνο από τα δεσμά του, και το κεφάλι του σκυμμένο. Τα ρούχα του κομμένα σε πολλά σημεία, άφηναν να φαίνονται κομμάτια από τρυπημένη και κομμένη σάρκα. Ρυάκια αίματος τρέχουνε από το πρόσωπο και το σώμα του. Μαζί και η τελευταία του ανάσα. Η πόρτα άνοιξε, και από το σκοτάδι εμφανίστηκε ένας ψηλός και γεροδεμένος άντρας. Η φόρμα που φορούσε δεν του έδινε την εντύπωση του ατόμου που γυμνάζεται συχνά.
«Άκουσες τι είπε» είπε ο εξομολογητής.
«Να πάω εγώ;» ρώτησε ο άντρας με πολύ βαριά και άγρια φωνή.
«Αυτό είναι δική μου δουλειά. Εσύ με τους άλλους, καθαρίστε εδώ.»
«Θες να φέρουμε κάτι άλλο;»
«Έχω ότι χρειάζομαι εδώ. Απλά να είναι ταχτοποιημένα όλα και έτοιμα.»
«Όπως θέλετε.»

Η Ειρήνη επέστρεφε σπίτι της. Πάλι δεν βρήκε ελεύθερο χώρο να παρκάρει μπροστά. Αυτή η κατάσταση έχει γίνει ανυπόφορη. Όπως πλησίαζε, είδε έναν ωραίο καλοντυμένο άντρα να κοιτάει τον ουρανό. «Δεν είναι υπέροχη η απεραντοσύνη του ουρανού;»….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου